αιμολυτικός ορός


αιμολυτικός ορός
Ορός αίματος ζώου που περιέχει σημαντικές ποσότητες αιμολυσινών, δραστικών εναντίον ερυθρών αιμοσφαιρίων συγκεκριμένου ζωικού είδους. Ο α.ο. που χρησιμοποιείται συνήθως είναι ο αντιπροβάτειος. Για να τον παρασκευάσουμε κάνουμε διαδοχικές ενδοφλέβιες ενέσεις ερυθρών αιμοσφαιρίων προβάτου σε κουνέλι. Μερικές μέρες μετά την τελευταία ένεση, αφαιμάσσουμε το κουνέλι, παίρνουμε τον ορό του και τον θερμαίνουμε στους 56°C για να αδρανοποιήσουμε το συμπλήρωμά του. Εάν χρησιμοποιήσουμε ερυθρά αιμοσφαίρια ανθρώπου, ο ορός ονομάζεται αντιανθρώπειος, βοδιού αντιβόειος κ.ο.κ. Οι α.ο. χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία αιμολυτικών συστημάτων (βλ. λ. αιμολυτικό σύστημα).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ρέζους (Rh), παράγοντας — Ουσία που βρίσκεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια του πίθηκου Macacus rhesus (από όπου και η ονομασία) και ενός τμήματος του ανθρώπινου πληθυσμού (85% για τη λευκή φυλή). Η πρακτική σημασία της αντιγονικής αυτής ουσίας συνδέεται κυρίως με δύο ενδεχόμενα …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.